ἀστακός

ἀστακός
Grammatical information: m.
Meaning: 1. `the smooth lobster' (Philyll.), 2. `hollow of the ear' (Poll.).
Other forms: ὀστακός (Aristom.; acc. to Ath. 3, 105b Attic)
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Generally seen as `with bones', a k-derivation of the n-stem in Skt. asthán-, asthn- (nom. ásthi, s. ὀστέον); so *ostn̥-kó-s. One compared Skt. an-ástha + ka- `without bones', but this is irrelevant: it is a Sanskrit compound with a suffix productive in that language. Nor does MInd. aṭṭhi-taco `lobster' \< *asthi-tvacas- `with bony skin' prove anything for Greek. The etymology dates from the time that a Greek word had to be IE. The formation is unparallelled, the assimilation not very probable (beside ὀστέον). Rather a substr. word with α\/ο-. Fur. 137 etc. - Cf. ὀστέον and ἀστράγαλος, ὄστρακον.
Page in Frisk: 1,169

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἀστακός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστακός — the smooth lobster masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄστακος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αστακός — I Αρχαία πόλη της Μικράς Ασίας, αποικία των Μεγαρέων. Βρισκόταν κοντά στον Βόσπορο, σε παράλια τοποθεσία. Eίχε ονομαστεί έτσι από κάποιον Σπαρτιάτη Αστακό, κατά τον Μέμνονα, ή σύμφωνα με μια μυθολογική εκδοχή, από τον ομώνυμο γιο του Ποσειδώνα… …   Dictionary of Greek

  • Αστακός — Sp Astãkas Ap Αστακός/Astakos L V Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • αστακός — ο δεκάποδο μακρόουρο μαλακόστρακο· από το γεγονός ότι έχει δυνατές απειλητικές δαγκάνες γεννήθηκε η φράση: «οπλισμένος σαν αστακός» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αστακός — [астсакос] ουσ. а. омар, лангуста …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Μαγγίνας, Αναστάσιος ή Τάτσης — (Αστακός Αιτωλοακαρνανίας 1792 – 1880). Πολιτικός και αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και μορφώθηκε στα Ιωάννινα. Προσελήφθη ως γραμματέας από τον Βελή πασά, γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, και από το 1818 διοίκησε τη Θεσσαλία …   Dictionary of Greek

  • Ἀστακοῖς — Ἀστακός masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστακοῖς — ἀστακός the smooth lobster masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀστακοί — Ἀστακός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.